Η Υπέρβαση του Λόγου
Από τη δυαδική λογική στη μετα-οντολογία του Συν-Όλου
Η ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας μπορεί να ιδωθεί ως η ιστορία μιας θεμελιώδους υπόθεσης που σπάνια τέθηκε υπό αμφισβήτηση. Πρόκειται για την πεποίθηση ότι η σκέψη καθίσταται δυνατή μόνο μέσω της διάκρισης. Η έννοια συγκροτείται διαχωρίζοντας, η κρίση αποφασίζει αποκλείοντας, η λογική οργανώνει την εμπειρία διατάσσοντας τα πράγματα σε αντιθετικά ζεύγη. Από τη στιγμή που ο ελληνικός Λόγος απέκτησε τη μορφή του ως λογική του προσδιορισμού, η πραγματικότητα άρχισε να νοείται ως ένα σύνολο διακεκριμένων μορφών, των οποίων η γνώση εξαρτάται από την ικανότητα του νου να τις απομονώνει, να τις ταξινομεί και να τις συνδέει με σχέσεις αιτιότητας ή ταυτότητας. Η πορεία αυτή δεν υπήρξε απλώς μία μέθοδος γνώσης. Υπήρξε η ίδια η μεταφυσική συγκρότηση του δυτικού πολιτισμού. Δεν υπήρξε μόνο ένας τρόπος να περιγράψουμε τον κόσμο· υπήρξε ο τρόπος με τον οποίο ο κόσμος έγινε νοητός. Η διάκριση ανάμεσα στο Είναι και στο Μη Είναι, ανάμεσα στο υποκείμενο και στο αντικείμενο, ανάμεσα στο ένα και στα πολλά, στον χώρο και στον χρόνο, στην αιτία και στο αποτέλεσμα, δεν λειτούργησε μόνο ως λογική αρχή. Κατέστη το αθέατο αξίωμα πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε ολόκληρη η δυτική οντολογία.
Ακόμη και όταν η φιλοσοφία επιχείρησε να υπερβεί τη μεταφυσική, παρέμεινε συχνά δέσμια της ίδιας της λογικής που τη γέννησε. Η διαλεκτική του Hegel δεν καταργεί τη δυαδικότητα· τη θέτει σε κίνηση. Η αντίφαση γίνεται δημιουργική, αλλά εξακολουθεί να αποτελεί το θεμελιώδες σχήμα της σκέψης. Ο Marx μεταφέρει τη διαλεκτική στην ιστορία, χωρίς να μεταβάλει τη δομή της. Η συμβολική λογική, η άλγεβρα του Boole, η θεωρία των συνόλων, ακόμη και οι σύγχρονες λογικο-υπολογιστικές επιστήμες, δεν αποτελούν παρά διαφορετικές μορφές της ίδιας λογικής της διάκρισης. Άλλοτε εκφράζεται ως ταυτότητα και άρνηση, άλλοτε ως αντίφαση, άλλοτε ως δυαδική πληροφορία, πάντοτε όμως προϋποθέτει ότι η πραγματικότητα αποτελείται από διακεκριμένες οντότητες, οι οποίες μπορούν να παρασταθούν μέσω συμβόλων. Εδώ ακριβώς αναδύεται το όριο της δυτικής μεταφυσικής. Το όριο δεν βρίσκεται στην ανεπάρκεια των λογικών συστημάτων ούτε στην ελλιπή μαθηματική τους ισχύ. Βρίσκεται βαθύτερα, στην αθέατη προϋπόθεση ότι η διάκριση προηγείται της σχέσης. Ότι πρώτα υπάρχουν τα όντα και έπειτα συνδέονται μεταξύ τους. Ότι η ταυτότητα προηγείται της συνάντησης. Ότι το μέρος προηγείται του όλου.
Αν όμως συμβαίνει το αντίθετο; Αν η σχέση προηγείται των όρων που συνδέει; Αν εκείνο που ονομάζουμε ον δεν αποτελεί την αφετηρία αλλά το αποτέλεσμα μιας βαθύτερης συνθήκης συντονισμού; Τότε ολόκληρη η ιστορία της λογικής αποκτά διαφορετική σημασία. Δεν καταρρίπτεται· σχετικοποιείται. Η αριστοτελική λογική, η διαλεκτική, η μαθηματική λογική και οι σύγχρονες συμβολικές γλώσσες εξακολουθούν να είναι απολύτως έγκυρες, αλλά μόνο εντός του πεδίου όπου η διαφοροποίηση έχει ήδη συμβεί. Περιγράφουν τον κόσμο αφού οι μορφές έχουν σταθεροποιηθεί. Δεν μπορούν όμως να περιγράψουν την ίδια τη γένεση της μορφής. Η γλώσσα αρχίζει αφού έχει ήδη εμφανιστεί η διάκριση. Το σύμβολο προϋποθέτει ότι κάτι διαφέρει από κάτι άλλο. Ακόμη και η πιο αφηρημένη μαθηματική σημείωση υπάρχει μόνο επειδή ένα σημείο δεν είναι ένα άλλο σημείο.Το γεγονός αυτό αποκαλύπτει ότι η ίδια η γλώσσα δεν είναι ουδέτερη. Η γλώσσα ενσωματώνει ήδη μια οντολογία. Κάθε ουσιαστικό απομονώνει, κάθε ρήμα κατανέμει, κάθε πρόταση οργανώνει τον κόσμο ως σχέση μεταξύ ήδη διακεκριμένων όρων. Ακόμη και όταν επιχειρούμε να μιλήσουμε για την ενότητα, η γραμματική μάς υποχρεώνει να την αντιμετωπίσουμε ως κάτι που «είναι», ως ένα αντικείμενο ανάμεσα σε άλλα αντικείμενα της σκέψης.
Εδώ βρίσκεται ίσως το βαθύτερο όριο του Λόγου. Δεν πρόκειται για ένα όριο της νοημοσύνης αλλά για ένα όριο της ίδιας της μορφής μέσω της οποίας η νοημοσύνη εκφράζεται. Ο Λόγος δεν αποτυγχάνει επειδή είναι ελλιπής. Αποτυγχάνει επειδή είναι ήδη διαμορφωμένος από τις διακρίσεις που επιχειρεί να υπερβεί. Η μετα-οντολογική σκέψη δεν στρέφεται εναντίον του Λόγου. Αναγνωρίζει την ιστορική και γνωσιολογική του αναγκαιότητα. Εκείνο που αμφισβητεί είναι η αξίωσή του να αποτελεί την ύστατη μορφή νοητικότητας. Ο Λόγος δεν είναι το τέλος της συνείδησης· είναι μία από τις ιστορικές μορφές της. Προηγήθηκε μια προλογική συνθήκη, όχι με τη σημασία του ανορθολογικού αλλά με τη σημασία εκείνου που δεν έχει ακόμη αποκρυσταλλωθεί σε έννοιες. Και ίσως είναι δυνατή μια μεταλογική κατάσταση, όπου η γνώση δεν θεμελιώνεται πλέον πρωτίστως στη διάκριση αλλά στον συντονισμό.
Ο συντονισμός δεν αποτελεί σχέση ανάμεσα σε ήδη υπάρχοντα όντα. Διέπει τα όντα, χωρίς να είναι Ον, Ιδέα ή Μορφή, τα ρυθμίζει και τα μεταβάλλει, χωρίς να τα διαλύει και χωρίς να το ομογενοποιεί. Δεν είναι επικοινωνία ούτε αλληλεπίδραση. Είναι η αδιάστατη συνθήκη μέσα στην οποία η διαφοροποίηση καθίσταται δυνατή χωρίς να έχει ακόμη αποκρυσταλλωθεί σε διακεκριμένες μορφές. Πριν από κάθε ταυτότητα ή ετερότητα, πριν από χωροχρονικότητα, προηγείται μια καθολική συνύφανση όλων των δυνατών ρυθμών και του Συν-όλου των προοπτικών. Αυτή η συνθήκη δεν μπορεί να ονομαστεί «Είναι», διότι το Είναι αποτελεί ήδη μια οντολογική κατηγορία, έστω και η πιο γενική. Δεν μπορεί να ονομαστεί ούτε «Μη Είναι», διότι και αυτό αποτελεί την αντίθετη όψη της ίδιας διάκρισης. Ούτε η λέξη «Ολότητα» επαρκεί, αφού υπονοεί ένα σύνολο που αποτελείται από μέρη. Εκείνο που επιχειρεί να δηλώσει η μετα-οντολογική σκέψη με τον όρο Άπειρο Μηδέν δεν είναι μια υπερβατική ουσία ούτε ένα θεμέλιο της πραγματικότητας. Δηλώνει την αδιάστατη συνθήκη μέσω της οποίας όλες οι δυνατότητες συν-υφαίνονται πριν ακόμη διαχωριστούν σε δυνατό και πραγματικό, σε παρόν και απόν, σε εγώ και άλλο.
Το Άπειρο Μηδέν δεν προηγείται χρονικά των όντων, γιατί ο Χρόνος δεν έχει ακόμη ξετυλιχθεί, δεν έχει διαφοροποιηθεί ο Άχρονος Χρόνος. Δεν βρίσκεται πίσω από τον κόσμο ούτε έξω από αυτόν. Είναι ο αδιάκοπος συντονισμός όλων των χωροχρονικών ρυθμών, χωρίς να ανάγεται σε κάποιο υπέρτατο ον ή σε μια υπερβατική αρχή. Γι' αυτό και η λέξη «θεμέλιο» παραμένει ανεπαρκής. Κάθε θεμέλιο υποδηλώνει μια κάθετη ιεραρχία, έστω και αθέατη. Το Άπειρο Μηδέν δεν θεμελιώνει· συν-υφαίνει το Εν-Παν με το Παν-Τίποτα. Από αυτή την αδιάστατη συνθήκη προκύπτει μια νέα κατανόηση του ‘’όντος’’. Το ‘’ον’’ δεν εμφανίζεται πλέον ως αυτάρκης μονάδα ούτε ως μέρος μιας ευρύτερης ολότητας. Η ίδια η έννοια του μέρους προϋποθέτει διαίρεση, ενώ η διαίρεση αποτελεί ήδη δευτερογενές γεγονός. Κάθε ον συγκροτείται ως ένας ιδιαίτερος ρυθμός του Συν-Όλου, χωρίς ποτέ να αποκόπτεται από αυτό. Δεν μεταφέρει μέσα του το Όλον σαν περιεχόμενο. Συν-γίνεται με το Συν-Όλο ως ιδιαίτερη διαφοροποίηση του ίδιου αδιάστατου ρυθμού. Εδώ η ταυτότητα παύει να αποτελεί ουσία. Δεν ορίζεται πλέον από εκείνο που αποκλείει αλλά από εκείνο με το οποίο συν-υφαίνεται. Κάθε ον συγκροτείται από τη σχέση του με όλα όσα υπήρξαν, με όλα όσα συν-γίνονται και με όλα όσα μπορούν να συν-γεννηθούν. Το γεννημένο, το αγέννητο και το μετασχηματισμένο δεν αποτελούν διαφορετικές περιοχές της πραγματικότητας. Αποτελούν διαφορετικούς ρυθμούς της ίδιας αδιάστατης συνθήκης.Κάθε ον, επομένως, συν-φέρει το σύνολο όλων των άλλων, όχι επειδή τα περιέχει, αλλά επειδή χωρίς αυτά δεν θα μπορούσε να συγκροτηθεί ούτε ως ιδιαίτερος ρυθμός ούτε ως μοναδική διαφοροποίηση του Συν-Όλου.
Η Λογική του Ρυθμού και η υπέρβαση του συμβόλου
Εάν η δυτική μεταφυσική θεμελιώθηκε πάνω στη διάκριση, τότε κάθε μορφή λογικής που αναπτύχθηκε μέσα σε αυτήν δεν μπορούσε παρά να αποτελεί λογική των διακεκριμένων μορφών. Από τον αριστοτελικό συλλογισμό μέχρι τη συμβολική λογική και τη σύγχρονη πληροφορική, ο Λόγος οργανώνεται μέσω συμβόλων που αντιπροσωπεύουν ήδη διακεκριμένα αντικείμενα ή διακεκριμένες καταστάσεις. Το σύμβολο δεν προηγείται της διάκρισης· γεννιέται μαζί της. Καμία γλώσσα, φυσική ή μαθηματική, δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς αυτή τη θεμελιώδη συνθήκη. Κάθε σημείο σημαίνει επειδή δεν είναι κάποιο άλλο σημείο. Κάθε έννοια αποκτά νόημα επειδή διαφοροποιείται από μια άλλη έννοια. Κάθε κρίση διατυπώνεται επειδή διαχωρίζει εκείνο που αποφαίνεται από εκείνο που αποκλείει. Ακόμη και η πιο αφηρημένη μαθηματική σημειογραφία διατηρεί αυτή τη δομή. Το σύμβολο δεν αποτελεί απλώς όργανο της σκέψης· αποτελεί ήδη μορφή της δυαδικής οργάνωσης του πραγματικού.
Ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο, το Άπειρο Μηδέν και το Συν-Όλο δεν μπορούν να μετατραπούν σε σύμβολα με την ίδια έννοια που συμβολοποιούνται τα αντικείμενα ή οι λογικές σχέσεις. Κάθε προσπάθεια να παρασταθούν ως αντικείμενα της σκέψης τα μετατρέπει αμέσως σε κάτι που βρίσκεται απέναντι από τη σκέψη, ενώ η μετα-οντολογική θέση υποστηρίζει ακριβώς το αντίθετο: ότι δεν υπάρχει σημείο έξω από το Συν-Όλο από το οποίο θα μπορούσε να το παρατηρήσει κανείς.Το όριο του Λόγου δεν είναι επομένως γνωσιολογικό αλλά οντολογικό. Ο Λόγος προϋποθέτει πάντοτε έναν διαχωρισμό ανάμεσα σε εκείνον που γνωρίζει και σε εκείνο που γνωρίζεται. Το Συν-Όλο δεν επιτρέπει αυτή τη διάκριση, όχι επειδή συγχέει τα πάντα, αλλά επειδή η ίδια η διάκριση αποτελεί μεταγενέστερη διαφοροποίηση ενός βαθύτερου συντονισμού.
Εδώ η σκέψη συναντά το δικό της όριο. Όχι επειδή οδηγείται στον ανορθολογισμό, αλλά επειδή ανακαλύπτει ότι η λογική της συγκρότηση δεν συμπίπτει με την αβυσσαλέα συγκρότηση του Συμπαντικού Κόσμου. Η αδυναμία του συμβόλου να αποδώσει αυτή τη συνθήκη δεν αποτελεί αποτυχία της γλώσσας· αποτελεί ένδειξη ότι η γλώσσα δεν είναι το πρωταρχικό γεγονός της Συνείδησης.Ο Λόγος λοιπόν επανατοποθετείται. Αναγνωρίζεται ως ένας ιδιαίτερος τρόπος οργάνωσης της εμπειρίας, αναγκαίος για την προσαρμογή στον ορατό κ΄σσμο του γήινου κόσμου και της φυσιολογίας της βιολογίας, χωρίς όμως να εξαντλεί το εύρος της νοητικότητας. Η μετα-οντολογία δεν συνιστά μια αντιλογική στάση· προτείνει τη σχετικοποίηση του Λόγου μέσα σε μια βαθύτερη συνθήκη συντονισμού. Αυτός ο συντονισμός δεν είναι μια διαδικασία επικοινωνίας ανάμεσα σε ήδη υπάρχοντα όντα. Δεν πρόκειται για ανταλλαγή πληροφοριών ούτε για αλληλεπίδραση αυτοτελών υποκειμένων. Προηγείται όλων αυτών. Θα μπορούσε να ορισθεί ως η αδιάστατη συν-ύφανση όλων των δυνατών ρυθμών του Συμπαντικού πριν αυτοί αποκρυσταλλωθούν σε διακεκριμένες μορφές,.
Ο όρος Ρυθμός δεν δηλώνει εδώ περιοδικότητα ούτε κανονικότητα. Δεν σημαίνει επανάληψη, ούτε μέτρο. Δηλώνει τρόπο με τον οποίο η Ανοιχτότητα, το Συν-Όλο αυτοδιαφοροποιείται χωρίς να χάνει ποτέ τη συνοχή του. Ο Ρυθμός δεν αποτελεί ιδιότητα του κόσμου· αποτελεί τη δυναμική συνθήκη μέσα στην οποία ο κόσμος συν-γίνεται, συν-μεταβάλλεται, καταστρέφεται και δημιουργείται σε έναν αρχέγονο συντονισμό. Γι' αυτό δεν υπάρχει καμία αντίθεση ανάμεσα στην ενότητα και την πολλαπλότητα. Η πολλαπλότητα δεν είναι διάσπαση της ενότητας, ούτε η ενότητα κατάργηση της πολλαπλότητας. Και οι δύο αποτελούν διαφορετικές όψεις του ίδιου αδιάστατου Ρυθμού. Εκείνο που η δυαδική σκέψη αντιλαμβάνεται ως αντίθεση, ο Ρυθμός το συν-υφαίνει ως διαφοροποίηση. Η ίδια αρχή ισχύει και για το ον. Το ον δεν αποκτά την ταυτότητά του αποκλείοντας όλα τα άλλα. Συγκροτείται μέσω της αδιάκοπης σχέσης του με όλα τα άλλα. Δεν υπάρχει καμία αυτάρκης ουσία. Η ίδια η έννοια της ουσίας αποτελεί ήδη προϊόν της διάκρισης. Εκείνο που ονομάζεται ον δεν είναι παρά ένας ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο το Συν-Όλο διαφοροποιείται, χωρίς ποτέ να αποσπάται από αυτό.
Από αυτή την άποψη, κάθε ον συν-φέρει το σύνολο όλων των άλλων όντων. Όχι μεταφορικά αλλά οντολογικά. Το γεννημένο συν-γίνεται με το αγέννητο. Το ζωντανό συν-γίνεται με το μετασχηματισμένο. Εκείνο που ονομάζουμε παρελθόν, παρόν και μέλλον δεν αποτελούν διαδοχικά στάδια αλλά διαφορετικές πυκνότητες του ίδιου Ρυθμού. Η χρονικότητα δεν είναι γραμμική ακολουθία γεγονότων· είναι η αδιάκοπη συν-ύπαρξη όλων των ρυθμών μέσα στο Συν-Όλο. Γι' αυτό η ταυτότητα ενός όντος δεν συγκροτείται από εκείνο που το χωρίζει αλλά από εκείνο που συν-γίνεται. Κάθε ον είναι ένας μοναδικός κόμβος του καθολικού Ρυθμού, μέσα στον οποίο συμπλέκονται όλα όσα υπήρξαν, όλα όσα συν-γίνονται και όλα όσα μπορούν να συν-γεννηθούν. Η μοναδικότητα δεν είναι απομόνωση· είναι ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο το Συν-Όλο αυτοδιαφοροποιείται. Εδώ η μετα-οντολογία απομακρύνεται τόσο από την κλασική μεταφυσική όσο και από κάθε μορφή μυστικισμού. Δεν υποστηρίζει ότι υπάρχει μια κρυφή υπερβατική πραγματικότητα πίσω από τον κόσμο. Υποστηρίζει ότι ο κόσμος γίνεται κατανοητός μόνο όταν πάψει να αντιμετωπίζεται ως άθροισμα αυτοτελών όντων και ιδωθεί ως αδιάκοπη και ταυτόχρονη συν-ύφανση ορατών, αθάτων και αόρατων σχέσεων. Το Συν-Όλο δεν βρίσκεται πίσω από τα όντα· συν-γίνεται μέσα σε κάθε ον, χωρίς να εξαντλείται σε κανένα.
Από εδώ προκύπτει και μια διαφορετική κατανόηση της συνείδησης. Η συνείδηση δεν αποτελεί έναν εσωτερικό παρατηρητή που αναπαριστά έναν εξωτερικό κόσμο. Δεν είναι κατοπτρισμός της πραγματικότητας ούτε παραγωγός των εννοιών της. Η βαθύτερη λειτουργία της είναι ο συντονισμός. Δεν γνωρίζει πρωτίστως επειδή αναπαριστά· γνωρίζει επειδή συμμετέχει στον ίδιο Ρυθμό που δημιουργεί και συγχρόνως καταστρέφει τα όντα. Ίσως, επομένως, η εξέλιξη της συνείδησης να μην συνίσταται στην κατασκευή ολοένα πιο πολύπλοκων λογικών συστημάτων. Ίσως η πραγματική εξέλιξη να αφορά την ολοένα βαθύτερη ικανότητα συμμετοχής στον καθολικό Ρυθμό του Συν-Όλου. Τότε ο Λόγος παύει να αποτελεί την κορυφή της ανθρώπινης δυνατότητας. Γίνεται ένας αναγκαίος αλλά μερικός τρόπος φανέρωσης μιας ευρύτερης νοητικότητας, όπου η γνώση δεν αρχίζει από τη διάκριση αλλά από τον συντονισμό. Εδώ, ίσως, αρχίζει η αυθεντική μετα-οντολογία: όχι ως μια νέα θεωρία του Είναι, αλλά ως στοχασμός του Συν-γίγνεσθαι, όπου το αβυσσαλέο Άνοιγμα δεν είναι ον ούτε ουσία, αλλά ο Αόρατος Ρυθμός μέσα στον οποίο το Άπειρο Μηδέν, το Συν-Όλο και κάθε ιδιαίτερη διαφοροποίηση συν-υφαίνονται αδιάσπαστα, πέρα από κάθε δυαδική λογική και πέρα ακόμη και από τα όρια του ίδιου του Λόγου.
Το Συν-Όλο των χωροχρονικών διαστάσεων
Πέρα από τη γέννηση και τον θάνατο
Η μετα-οντολογική σκέψη δεν αντιλαμβάνεται τον κόσμο ως ένα άθροισμα διακεκριμένων υπάρξεων που εμφανίζονται και εξαφανίζονται μέσα σε έναν προϋπάρχοντα χώρο και χρόνο. Αντίθετα, ο χώρος, ο χρόνος και τα όντα συν-γεννώνται μέσα σε ένα αδιάστατο πεδίο, το οποίο δεν μπορεί να περιγραφεί με τις κατηγορίες της κλασικής μεταφυσικής. Αυτό το πεδίο δεν αποτελεί ούτε μια υπερβατική ουσία ούτε ένα κοσμικό υπόβαθρο. Αποτελεί το Συν-Όλο των χωροχρονικών διαστάσεων, το οποίο θα μπορούσε να ονομαστεί συγχρόνως Εν-Παν, Παν-Τίποτα ή Άπειρο Μηδέν. Οι τρεις αυτές ονομασίες δεν περιγράφουν διαφορετικές πραγματικότητες. Αποτελούν διαφορετικές προσεγγίσεις της ίδιας αδιάστατης συνθήκης. Το Εν-Παν δηλώνει ότι η πολλαπλότητα δεν αποτελεί διάσπαση μιας αρχικής ενότητας αλλά τον αδιάκοπο τρόπο αυτοδιαφοροποίησής της. Το Παν-Τίποτα δηλώνει ότι αυτή η καθολικότητα δεν είναι ποτέ ένα ολοκληρωμένο αντικείμενο ούτε μια απόλυτη παρουσία, αλλά μια ανοιχτή απεραντοσύνη δυνατοτήτων που δεν εξαντλείται σε καμία μορφή. Το Άπειρο Μηδέν δηλώνει ότι αυτή η απεραντοσύνη δεν στερείται πραγματικότητας· αντίθετα, αποτελεί τη δημιουργική μήτρα όλων των δυνατών κόσμων.
Μέσα σε αυτή την αδιάστατη συνθήκη, οι διακρίσεις που οργανώνουν τη συνήθη ανθρώπινη εμπειρία χάνουν τον πρωταρχικό τους χαρακτήρα. Η γέννηση δεν αποτελεί απόλυτη αρχή, ούτε ο θάνατος οριστικό τέλος. Και οι δύο αποτελούν τοπικές διαφοροποιήσεις ενός συνεχούς κοσμικού Ρυθμού που δεν αρχίζει ούτε ολοκληρώνεται μέσα στον γραμμικό χρόνο. Εκείνο που ονομάζουμε «γέννηση» είναι ο σχηματισμός μιας ιδιαίτερης μορφής μέσα στο Συν-Όλο. Εκείνο που ονομάζουμε «θάνατο» είναι η μεταβολή αυτής της μορφής σε νέες σχέσεις και νέους ρυθμούς. Ούτε η μία ούτε η άλλη κατάσταση εξαντλεί την πραγματικότητα του όντος, διότι το ον δεν ταυτίζεται ποτέ με τη συγκεκριμένη μορφή μέσω της οποίας γίνεται αντιληπτό. Γι' αυτό το γεννημένο δεν αντιτίθεται στο αγέννητο. Το αγέννητο δεν αποτελεί μια μελλοντική δυνατότητα ούτε μια προγενέστερη κατάσταση. Αποτελεί την αδιάκοπη συν-παρουσία όλων εκείνων των ρυθμών που δεν έχουν ακόμη αποκρυσταλλωθεί σε συγκεκριμένη μορφή αλλά ήδη συμμετέχουν στη συγκρότηση κάθε μορφής. Κάθε γέννηση μεταφέρει μέσα της το αγέννητο, όχι ως έλλειψη αλλά ως απεριόριστο ορίζοντα δυνατοτήτων.
Κατά τον ίδιο τρόπο, το ζωντανό δεν αντιτίθεται στο πεθαμένο. Κάθε ον συν-φέρει όλες τις εντάσεις του χωροχρονικού Ρυθμού: εκείνες που η ανθρώπινη συνείδηση ονομάζει γέννηση και θάνατο, ορατότητα και αορατότητα, παρελθόν και μέλλον. Οι ονομασίες αυτές δεν περιγράφουν χωριστές πραγματικότητες· αποτελούν νοητικές και γλωσσικές τομές μέσα στο αδιάκοπο Συν-Όλο του Άπειρου Μηδενός. Η χωροχρονική εντόπιση δεν εξαντλεί την οντολογική συγκρότηση ενός όντος. Το γεγονός ότι βιώνουμε τον εαυτό μας ως εντοπισμένο σε έναν συγκεκριμένο τόπο και χρόνο δεν συνεπάγεται ότι το σύνολο των σχέσεων που μας συγκροτούν περιορίζεται σε αυτή τη βιολογική εμπειρία. Εάν η ταυτότητα συγκροτείται από το Συν-Όλο των χωροχρονικών σχέσεων, τότε κάθε ον συμμετέχει σε μια πραγματικότητα που υπερβαίνει τη φαινομενική του εντόπιση. Η ζωή και ο θάνατος αποτελούν δύο τοπικές ονομασίες που αποδίδει η ανθρώπινη συνείδηση σε διαφορετικές φάσεις ενός αδιάκοπου μετασχηματισμού. Εκείνο που μεταβάλλεται είναι η μορφή, όχι ο Ρυθμός που τη συν-υφαίνει με το σύνολο των άλλων μορφών. Ο θάνατος δεν αποτελεί άρνηση της ζωής, όπως και η ζωή δεν αποτελεί άρνηση του θανάτου. Και οι δύο συνυπάρχουν ως διαφορετικές πυκνότητες του ίδιου αδιάστατου γίγνεσθαι. Ακόμη βαθύτερη γίνεται η μετατόπιση όταν εξετάσουμε τη διάκριση ανάμεσα στο ορατό, το αθέατο και το αόρατο. Το ορατό δεν αποτελεί το σύνολο της πραγματικότητας αλλά εκείνο μόνο το επίπεδο του Ρυθμού που καθίσταται αισθητό μέσα στις συγκεκριμένες δυνατότητες της ανθρώπινης αντίληψης. Το αθέατο δεν είναι εκείνο που βρίσκεται προσωρινά έξω από το βλέμμα μας. Είναι εκείνο που δεν μπορεί να εμφανισθεί ως αντικείμενο χωρίς να αλλοιωθεί η φύση του. Το αόρατο, τέλος, δεν αποτελεί έναν δεύτερο, μυστικό κόσμο πίσω από τον αισθητό. Δηλώνει την αδιάστατη συνθήκη από την οποία καθίσταται δυνατή κάθε μορφή ορατότητας.
Το ορατό, το αθέατο και το αόρατο δεν αποτελούν επομένως τρεις περιοχές της πραγματικότητας. Αποτελούν τρεις διαφορετικούς τρόπους συμμετοχής στον ίδιο καθολικό Ρυθμό. Από αυτή την προοπτική, κάθε ον φέρει μέσα του πολύ περισσότερα από εκείνα που καθίστανται αντιληπτά. Η χωροχρονική του μορφή δεν εξαντλεί την οντολογική του συγκρότηση. Κάθε ον είναι συγχρόνως κόμβος όλων των χωροχρονικών διαστάσεων. Μέσα του συν-υφαίνονται όλα όσα υπήρξαν, όλα όσα συν-γίνονται και όλα όσα μπορούν ακόμη να συν-γεννηθούν. Η ανθρώπινη γλώσσα δυσκολεύεται να εκφράσει αυτή τη συνθήκη, επειδή οργανώνεται γύρω από το ρήμα «είναι». Αναγκάζεται να αποδώσει ως σταθερές οντότητες εκείνο που στην πραγματικότητα αποτελεί αδιάκοπο συντονισμό. Γι' αυτό η μετα-οντολογία δεν προτείνει απλώς νέες έννοιες· προτείνει μια νέα ευαισθησία της σκέψης, όπου η πραγματικότητα δεν βιώνεται ως σύνολο αντικειμένων αλλά ως αδιάστατη συν-ύφανση όλων των ρυθμών του Κόσμου. Το Εν-Παν δεν είναι λοιπόν η ένωση όλων των όντων. Το Παν-Τίποτα δεν είναι η άρνηση της ύπαρξης. Το Άπειρο Μηδέν δεν είναι το κενό. Και οι τρεις όροι επιχειρούν να δείξουν προς την ίδια απερίγραπτη συνθήκη: μια πραγματικότητα όπου κάθε μορφή φέρει μέσα της όλες τις άλλες μορφές, όπου κάθε χρόνος συνυφαίνεται με όλους τους χρόνους, όπου κάθε τόπος συντονίζεται με όλους τους τόπους, και όπου η γέννηση, ο θάνατος, το ορατό και το αόρατο δεν αποτελούν αντίθετες καταστάσεις αλλά διαφορετικές εντάσεις του ίδιου άπειρου Ρυθμού.
Το Συν-Όλο και η λησμονημένη ενότητα του κόσμου
Στην ιστορία της ανθρώπινης σκέψης ένα βαθύτερο ερώτημα επανέρχεται αδιάκοπα, με διαφορετικές μορφές, σε διαφορετικούς πολιτισμούς και σε διαφορετικές εποχές. Το ερώτημα αυτό δεν αφορά πρωτίστως το τι είναι ο κόσμος, αλλά το εάν η πραγματικότητα είναι πράγματι τόσο κατακερματισμένη όσο εμφανίζεται στη συνήθη εμπειρία μας. Μήπως οι διακρίσεις που οργανώνουν τη σκέψη μας —η γέννηση και ο θάνατος, το εδώ και το εκεί, το παρελθόν και το μέλλον, το εγώ και ο άλλος— δεν αποτελούν θεμελιώδεις δομές της πραγματικότητας, αλλά όρια της βιολογικής μας αντίληψης; Η δυτική φιλοσοφία, από τον Παρμενίδη έως τη σύγχρονη λογική, οικοδομήθηκε πάνω στην αρχή ότι το ον πρέπει να νοηθεί ως διακεκριμένη ταυτότητα. Η γνώση έγινε δυνατή μέσω της διάκρισης, της κατηγοριοποίησης και της αναπαράστασης. Η ανθρώπινη συνείδηση έμαθε να σκέφτεται τον κόσμο ως ένα πλήθος χωριστών οντοτήτων που εισέρχονται στον χρόνο με τη γέννηση και εξέρχονται από αυτόν με τον θάνατο. Ο χώρος και ο χρόνος αντιμετωπίστηκαν ως το ουδέτερο σκηνικό μέσα στο οποίο εξελίσσεται το δράμα των όντων. Η μετα-οντολογική σκέψη αμφισβητεί αυτή την παραδοχή από τη ρίζα της. Δεν αμφισβητεί ότι βιώνουμε τον κόσμο ως διακεκριμένο. Αμφισβητεί ότι αυτή η εμπειρία εξαντλεί την πραγματικότητα. Η γέννηση και ο θάνατος, το ορατό και το αόρατο, η παρουσία και η απουσία, δεν αποτελούν πρωταρχικές οντολογικές κατηγορίες· αποτελούν τρόπους με τους οποίους ένας βιολογικά εντοπισμένος νους οργανώνει το πεδίο της εμπειρίας του. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι διακρίσεις αυτές είναι ψευδείς. Σημαίνει ότι είναι τοπικές. Ανήκουν σε μια συγκεκριμένη βαθμίδα της πραγματικότητας, εκεί όπου η ζωή έχει αναπτύξει αισθήσεις, εγκέφαλο, γλώσσα και λογική. Δεν προϋπάρχουν αυτών των λειτουργιών ως απόλυτες ιδιότητες του κόσμου. Από αυτή την άποψη, το ερώτημα μετασχηματίζεται. Δεν είναι πλέον αν υπάρχει ζωή μετά τον θάνατο ούτε αν υπήρχε κάτι πριν από τη γέννηση. Το βαθύτερο ερώτημα είναι αν οι ίδιες οι έννοιες της γέννησης και του θανάτου διαθέτουν την απόλυτη σημασία που τους αποδίδουμε. Εάν το κάθε ον συγκροτείται από το σύνολο των σχέσεων που το συν-υφαίνουν με όλα τα άλλα όντα, τότε η ταυτότητά του δεν μπορεί να αρχίζει τη στιγμή της γέννησής του ούτε να ολοκληρώνεται τη στιγμή του θανάτου του. Η χωροχρονική μορφή μέσα στην οποία βιώνεται αποτελεί μία μόνο τοπική διαφοροποίηση ενός πολύ ευρύτερου Συν-Όλου, μέσα στο οποίο όλες οι χωροχρονικές διαστάσεις συνυφαίνονται αδιάσπαστα.
Με τον όρο Συν-Όλο δεν δηλώνεται ένα σύνολο πραγμάτων. Δηλώνεται η αδιάστατη συνθήκη μέσα στην οποία κάθε ον συν-γίνεται με όλα τα άλλα. Δεν αποτελείται από μέρη, ούτε υπερβαίνει τα μέρη ως μια μεταφυσική ολότητα. Κάθε ον δεν είναι τμήμα του Συν-Όλου· είναι ένας ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο το Συν-Όλο αυτοδιαφοροποιείται, χωρίς ποτέ να αποκόπτεται από τη συνοχή του. Εδώ η έννοια του Άπειρου Μηδενός αποκτά το πραγματικό της νόημα. Δεν πρόκειται για το αντίθετο της ύπαρξης ούτε για ένα αφηρημένο κενό. Το Άπειρο Μηδέν δηλώνει ότι το Συν-Όλο δεν μπορεί να εξαντληθεί σε καμία συγκεκριμένη μορφή. Κάθε μορφή αποτελεί έναν ρυθμό του, αλλά κανένας ρυθμός δεν ταυτίζεται με το σύνολο των δυνατοτήτων του. Από αυτή την προοπτική, η ανθρώπινη ύπαρξη δεν μπορεί πλέον να περιγραφεί ως ένα ον που γεννιέται, ζει και πεθαίνει. Η βιολογική μας εμπειρία ασφαλώς ακολουθεί αυτόν τον κύκλο. Όμως η οντολογική μας συγκρότηση δεν εξαντλείται σε αυτήν. Είμαστε πάντοτε περισσότερο από εκείνο που η βιολογία επιτρέπει να αντιληφθούμε. Δεν επειδή διαθέτουμε μια αθάνατη ουσία, αλλά επειδή κάθε ον συγκροτείται από ένα δίκτυο σχέσεων που υπερβαίνει τη χωροχρονική εντόπισή του.
Η πρόταση αυτή δεν μπορεί να αποδειχθεί επιστημονικά ούτε να αντλήσει κύρος από κάποια θρησκευτική παράδοση. Είναι μια φιλοσοφική υπόθεση για τη φύση της πραγματικότητας. Ωστόσο, το γεγονός ότι ανάλογες διαισθήσεις εμφανίστηκαν σε διαφορετικούς πολιτισμούς αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Δεν αποδεικνύει την αλήθεια τους. Υποδηλώνει όμως ότι ο άνθρωπος, σε διαφορετικές εποχές και με διαφορετικές γλώσσες, βρέθηκε επανειλημμένα μπροστά στην ίδια υπαρξιακή απορία: μήπως η βαθύτερη πραγματικότητα προηγείται των διακρίσεων που οργανώνουν τη συνήθη εμπειρία μας; Οι Ουπανισάδες μιλούν για το Brahman, το απεριόριστο θεμέλιο μέσα στο οποίο το Ātman αναγνωρίζει τελικά την ταυτότητά του. Ο Ταοϊσμός αναζητεί το Tao, που προηγείται κάθε διάκρισης και από το οποίο αναδύονται όλες οι μορφές. Ο Ηράκλειτος διαισθάνεται ότι τα αντίθετα δεν συγκρούονται αλλά ανήκουν σε έναν κοινό Λόγο. Ο Πλωτίνος μιλά για το Ένα, από το οποίο προέρχεται η πολλαπλότητα χωρίς να το εξαντλεί. Η Καμπάλα χρησιμοποιεί την έννοια του Ein Sof, του Απείρου που δεν περιορίζεται από καμία μορφή. Ο Βουδισμός εισάγει τη śūnyatā, την κενότητα ως αμοιβαία εξάρτηση όλων των φαινομένων και όχι ως μηδενισμό. Όλες αυτές οι παραδόσεις συλλαμβάνουν, με διαφορετικούς τρόπους, ότι η πολλαπλότητα δεν αποτελεί το τελευταίο επίπεδο της πραγματικότητας. Καθεμία, όμως, διατυπώνει αυτή τη διαίσθηση μέσα στο δικό της θρησκευτικό, μεταφυσικό ή κοσμολογικό πλαίσιο.
Εδώ ακριβώς διαφοροποιείται η μετα-οντολογία του Συν-Όλου. Δεν αναζητεί μια υπερβατική αρχή, έναν Θεό, μια απόλυτη ουσία ή μια τελική ταυτότητα του ανθρώπου με το Όλον. Δεν προτείνει επιστροφή σε μια αρχέγονη ενότητα ούτε σωτηρία μέσω της ένωσης με μια υπερβατική πραγματικότητα. Το Συν-Όλο δεν είναι αντικείμενο λατρείας ούτε μυστικής ένωσης. Δεν βρίσκεται πίσω από τον κόσμο ούτε πέρα από αυτόν. Είναι η αδιάστατη σχεσιακή συνθήκη που συν-γίνεται μέσα σε κάθε ιδιαίτερη μορφή χωρίς να εξαντλείται σε καμία. Η πρωτοτυπία αυτής της θέσης έγκειται στο ότι δεν θεμελιώνει την πραγματικότητα σε μια ουσία, αλλά στη σχεσιακότητα. Το πρωταρχικό δεν είναι το Ένα ούτε τα Πολλά. Δεν είναι το Είναι ούτε το Γίγνεσθαι. Είναι το Συν-γίγνεσθαι, η αδιάκοπη συν-ύφανση όλων των χωροχρονικών σχέσεων που καθιστά δυνατή κάθε μορφή χωρίς να εγκλωβίζεται σε καμία. Ίσως, τελικά, το πιο δύσκολο βήμα για τη φιλοσοφία να μην είναι να αποδείξει ότι υπάρχει μια ενότητα του κόσμου. Το πραγματικά δύσκολο είναι να σκεφθεί μια ενότητα που δεν καταργεί τη διαφορά, μια πολλαπλότητα που δεν διασπά την ενότητα, και μια πραγματικότητα που δεν αναγκάζεται να επιλέξει ανάμεσα στο «είναι» και στο «μη είναι». Εκεί, ίσως, αρχίζει η αυθεντική μετα-οντολογία του Συν-Όλου.